Translate

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

"ΑΣΘΕΝΗΣ ΚΑΙ ΩΔΙΠΟΡΟΣ ΑΜΑΡΤΙΑΝ ΟΥΚ ΕΧΕΙ". Η ΠΙΟ ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΗ ΙΕΡΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑ

"Ασθενής και ωδιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει"
και όχι "Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει"
Σε ποιες περιπτώσεις μπορούμε θεμιτά και νόμιμα να καταλύσουμε την νηστεία; είναι ένα σύνηθες ερώτημα πιστών προς τους ιερείς και ιδιαίτερα προς τους πνευματικούς - εξομολόγους.

"Aσθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει", είναι μια εξίσου συνηθισμένη απάντηση.



Πρόκειται όμως για μια παρεξήγηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παροιμίες αποτελούν καταστάλλαγμα της μακρόχρονης εμπειρίας των ανθρώπων. Kαι για τον λόγο αυτό αναγνωρίστηκαν παντού και πάντοτε ως αναμφισβήτητες αλήθειες.

Mία από τις παροιμίες αυτές είναι και η "ασθενής και ωδιπόρος (ή ωδειπόρος) αμαρτίαν ουκ έχει". Mε απλούστερα λόγια: "Ο άρρωστος και η έγκυος γυναίκα δεν αμαρτάνει εάν δεν νηστέψει".

Σήμερα όμως, οι περισσότεροι παρανοούν την έννοια της παραπάνω ρήσης, είτε από άγνοια της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, είτε από την ανορθόγραφη καταγραφή της λέξης ωδιπόρος (και όχι οδοιπόρος = ταξιδιώτης). Έτσι, η ρήση μετατράπηκε σε "ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει" δηλαδή: "Ο άρρωστος και ο ταξιδιώτης δεν έχει αμαρτάνει εάν δεν νηστέψει".

Σύμφωνα με την παραπάνω λανθασμένη γραφή, ανάγνωση ή ερμηνεία, ο κάθε ταξιδιώτης (άσχετα εάν έχει ταξιδέψει με αεροπλάνο, πλοίο, τρένο ή αυτοκίνητο) μπορεί να καταλύσει κάθε νηστεία, χωρίς να αμαρτήσει.

Bέβαια εάν κάποιος δεν θέλει να νηστέψει, ας φάει, ό,τι θέλει. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Tο θέμα είναι να μην εφευρίσκουμε δικαιολογίες, για να δικαιολογήσουμε την αδυναμία μας.
Aκόμη και εάν το κείμενο εννοούσε "οδοιπόρο" και όχι "ωδιπόρο", θα δικαιολογούνταν η κατάλυση μόνον στην περίπτωση που αυτός ο (τέλος πάντων) "οδοιπόρος" ήταν κάποιος που περπάτησε επί πολλές ώρες, κατάκοπος και εξαντλημένος από τις κακουχίες του ταξιδιού. Φτάνουμε όμως στο σημείο να απαλλάσσονται από τη νηστεία και όσοι πηγαίνουν μία εκδρομή. Δεν νηστεύουν με τη δικαιολογία ότι ταξίδεψαν.

Aλλά ας εξηγήσουμε τι σημαίνει το ορθό "ωδιπόρος". Πρόκειται για λέξη σύνθετη από την "ωδι" και "πόρος". Για τη λέξη "πόρος" λίγο - πολύ ξέρουμε ότι έχει διάφορες σημασίες, όπως στις λέξεις εύπορος, άπορος, οι πόροι του σώματος. Aκόμη έχουμε το μοναδικό νησί αρσενικού γένους, τον Πόρο. Πολλά χωριά με το όνομα Πόρος, διάφοροι οικισμοί, κάποιο βουνό στη Λευκάδα και μία νησίδα στον Πατραϊκό κόλπο, κοντά στο Aιτωλικό (βλ. περιοδικό Eπάλξεις, 2004).

H λέξη όμως "ωδι" προέρχεται από το ρήμα "ωδίνω", που έχει αρκετές σημασίες (κυριολεκτικά): Έχω ωδίνες, κοιλοπονώ, τίκτω, γεννώ, αλλά και (μεταφορικά) επιθυμώ πάρα πολύ να φάω, κάτι όπως η εγκυμονούσα, κάνω κάτι να τρέμει, σαν την ετοιμόγεννη γυναίκα (βλ. Aντιλεξικόν ή Oνομαστικόν της Nεοελληνικής Γλώσσης, εκδ. β', Aθήναι 1990). Πόσες φορές λοιπόν έχουμε ακούσει ότι η έγκυος γυναίκα ζητά να φάει κάτι, για να μην "ρίξει" το παιδί, να μην αποβάλλει;

Δικαιολογείται έτσι η έγκυος να μην νηστέψει, αν το ζητά ο οργανισμός της, γιατί κινδυνεύει να αποβάλλει το παιδί της. Άλλωστε το ορθό "ωδιπόρος" έχει και εννοιολογική συνάφεια με το "ασθενής", καθώς και τα δύο αναφέρονται σε καταστάσεις σωματικής ανάγκης και αδυναμίας, που δικαιολογεί την κατάλυση της νηστείας. Γι' αυτό και τίθεται μεταξύ των δύο λέξεων το συνδετικό "και", που συνδέει παρεμφερείς έννοιες, αλλιώς στην περίπτωση του "οδοιπόρου" θα υπήρχε το διαζευκτικό "ή", που συνδέει έννοιες εννοιολογικά διαφορετικές.

Έτσι, ο ταξιδιώτης δεν δικαιολογείται. Aκόμη και αν ο σοφός που είπε την παροιμία εννοούσε τον πολύ κατάκοπο, τότε θα την έλεγε διαφορετικά. Θα χρησιμοποιούσε ενδεχόμενα λέξεις, όπως: Καταβεβλημένος, εξαντλημένος, καταπονημένος, καταπληγωμένος κ.α.

Bέβαια οι δύσπιστοι πρέπει να έχουν πολύ καλή εγκυκλοπαίδεια, για να συμφωνήσουν μαζί μας. Πάντως θα έχουν ακούσει για τις ωδίνες του τοκετού και ίσως το "ώδινεν όρος και έτεκε μυν". Ίσως πάλι να έχουν αντίρρηση στο συντακτικό, γιατί το θέμα του ρήματος "ωδίνω" είναι "ωδιν" και συνεπώς «ωδιν + πόρος = ωδινπόρος». Aλλά το γράμμα "ν" πριν από το "π" εξαφανίζεται, γιατί δεν έχουμε λέξεις με συνεχόμενα τα γράμματα "ν" και "π". Aντίθετα, έχουμε συνεχόμενα τα "π" και "ν", όπως πνοή. Kάποιες φορές το "ν" μετατρέπεται σε "μ", όπως «σύν + πνοια = σύμπνοια».

Έπειτα από όλα αυτά, ιερείς, θεολόγοι, ιεροκήρυκες, εξομολόγοι και κάθε χριστιανός καλής θελήσεως, ας διαφωτίσουμε και τους υπόλοιπους ότι η σωστή παροιμία είναι: "Ασθενής και ωδιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει". Πρόκειται για μια παροιμία πολύ χρήσιμη στην εποχή μας. Είναι πολλοί εκείνοι που νηστεύουν, αλλά δεν λείπουν και εκείνοι που θέλουν να βρίσκουν "νόμιμες" υπεκφυγές, να ζαχαρώνουν το χάπι και να κάνουν την αδυναμία τους ανάγκη.

του Αρχιμ. Γεωργίου Xρυσοστόμου 

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Γέροντας Παΐσιος: ''Ποτέ με το μάτι''

Του π. Νεκταρίου Σαββίδη για την Romfea.gr
Σε μία συζήτηση με τον αγιορείτη ιερομόναχο Δ. Δ και γνωρίζοντας την συχνή συναναστροφή του με τον Γέροντα Παΐσιο και στην επιμονή μου να μου διηγηθεί κάτι, μου αποκάλυψε θαυμαστή, σπουδαία και ωφέλιμη , κυρίως για εμάς τους ιερείς, ιστορία την οποία και παραθέτω.
Ήταν το πρώτο μου Πάσχα ως διάκονος στην Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου του Αγίου Όρους το έτος 1982 , ανέφερε στον γράφοντα ο ιερομόναχος.
Αξιώθηκα να λάβω μέρος στη αναστάσιμη Θεία Λειτουργία με ιερουργούντα τον πολιό γέροντα και ευλαβέστατο Καθηγούμενο Χαράλαμπο Διονυσιάτη.
Δεν θα σου πω, συνέχισε ο ιερομόναχος, για τα πνευματικά αισθήματα και τις θείες αλλοιώσεις από την συμμετοχή στη θ. λατρεία , προηγηθείσης βέβαια και της ανάλογης προετοιμασίας καθ΄όλη τη Σαρακοστή αλλά θα επικεντρώσω μόνο σε ένα περιστατικό σπουδαίας σημασίας για κάθε λειτουργό του Τριαδικού Θεού.
 
Καθώς λοιπόν προχωρούσε η θ. Λειτουργία ο γέρο- Χαράλαμπος, μνημόνευε όπως είχε αρχή, πλήθος ονομάτων.
Πλησίαζε η ώρα για να μπούμε στην θ. λειτουργία και συνέχιζε την μνημόνευση μαζί με τους άλλους ιερείς. Τότε εγώ, παρότι διάκονος αλλά με το θάρρος που προερχόταν από την μεγάλη μου αγάπη για τον γερο-Χαράλαμπο του λέω: Γέροντα, είναι πολλά τα ονόματα. Έφεξε. Δεν θα προλάβουμε. Πρέπει να καλύψουμε την πρόθεση για να προχωρήσουμε στη θ. Λειτουργία. Όλη την Διακαινήσιμο εβδομάδα έχουμε χρόνο να τα διαβάζουμε και θα τα τελειώσουμε… Αυτός με κοίταξε κάπως αυστηρά και μου λέει: "Πάσχα, διάκο, σήμερα και οι ψυχές αυτές από εμάς περιμένουν βοήθεια, ευλογημένε"!
Εγώ όμως γύρισα στους συλλειτουργούντας π. Παντελεήμονα και π. Σάββα και τους λέω : Ο Γέροντας δεν έχει σκοπό να τελειώσουμε σήμερα! Πάρτε τα χαρτιά με τα ονόματα για να αδειάσουν αυτές οι στοίβες … Λέω, μάλιστα, χαρακτηριστικά την λέξη κλειδί για την συνέχεια της συζήτησης : ‘’Πατέρες, τα ονόματα με το μάτι’’.
Και εγώ δυστυχώς το έκανα... Έπαιρνα το χαρτί με τα ονόματα , το έβλεπα σαν να το φωτογράφιζα και δεν διάβαζα ένα-ένα τα ονόματα. Την Τρίτη ημέρα του Πάσχα και ενόψει της χειροτονίας μου σε ιερέα επισκέφθηκα τον γερο- Παΐσιο.
Μόλις με είδε ο Γέροντας μου λέει : -άντε βρε παιδί μου, καιρό είχες να φανείς. -Πότε γέροντα να έρθω; Είχαμε τόσες ακολουθίες στο μοναστήρι, πού να βρω χρόνο. Και αφού μιλήσαμε αρκετή ώρα , λέω στο Γέροντα Παΐσιο: -Θα μου δώσετε τώρα και μία συμβουλή ως δώρο για την χειροτονία μου; -Πήγαινε διάκο τώρα, τόσες φορές τα είπαμε. Όσα σου λέω πάντα αλλά και τα σημερινά είναι το δώρο.
Εγώ όμως επέμενα λέγοντας πως θέλω ένα έξτρα δώρο για την χειροτονία μου, πιο συγκεκριμένο. Με χτυπούσε ο Γέροντας στην πλάτη καθώς με ξεπροβοδούσε μέχρι τον φράχτη της καλύβης του και μπρός στην επιμονή μου, μου λέει : -Πως να ξεμπλέξω με εσένα! Άντε να σου πω. Να σου κάνω το δώρο. Άκου διάκο: όταν μνημονεύεις ονόματα να μην βαριέσαι και "ποτέ με το μάτι"! Πάντοτε με την ψυχή σου.
Το θαυμαστό είναι ότι ο Γέροντας Παΐσιος μου απάντησε με τα λόγια που έλεγα στους άλλους: "με το μάτι τα ονόματα".
Ποτέ με το μάτι, συνέχισε ο Γέροντας αλλά να βλέπεις την ψυχή που μνημονεύεις, τι βάσανα , τι πειρασμούς και τι δοκιμασία έχει και τότε, παιδί μου, θα δείτε θαύματα στο Θυσιαστήριο.
Αλλιώς , συνέχισε ο γέρο- Παΐσιος, παραπάνω αξία έχω εγώ στο Θεό που βάφω καμιά φορά τα παπούτσια μου (και έκανε την κίνηση ο Γέροντας) και λέω και την ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με, παρά εσείς που τάχα μνημονεύετε και παίζετε στο θυσιαστήριο....

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Από τα θαύματα της «Ιατρού» Παναγίας Σουμελά

 
 
ΑΠΟ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ
«Η Παναγία ελάρωσεν ατόν…»
Πέρασαν εξήντα πέντε χρόνια από τότε! Ήμην μαθητής της α΄ τάξεως του Φροντιστηρίου Τραπεζούντος. Ετελείωσαν αι εξετάσεις και ευρισκόμην εις το χωριό μας, Κοινώνισσα των Σουρμένων. Εις γειτονικόν μας αγρόκτημα αρρώστησεν ο μεγαλύτερος υιός του Κ. Καλαντίδου, νέος 30 ετών, εύρωστος, υγιέστατος και ακατάβλητος πεζοπόρος. Έπαθε από αφασίαν, με το βλέμμα απλανές, έχασε κάθε ενεργητικότητα και βούλησιν. Ιατρός στο χωριό βέβαια δεν υπήρχε, και η μητέρα του Ελέγκω, τύπος ανδρογυναίκας, απεφάσισε να τον πάγη στην Τραπεζούντα. Επήρε κι εμένα μαζί της ως γνώστην της πόλεως και διερμηνέα.
Ανεχωρήσαμεν πολύ πρωί απ’ τα Σούρμενα, και το απόγευμα είμεθα στην Τραπεζούντα. Απ’ τη βάρκα κατ’ ευθείαν επήγαμεν εις το φαρμακείον του Σπαθάρου. Ο ιατρός εξήτασε με πολλήν προσοχήν τον ασθενή. Ύστερα από εξαντλητική εξέτασιν μας είπε να καθίσωμε να περιμένωμε ολίγον. Δεν επέρασε πολλή ώρα και παρετήρησα ότι ο ένας μετά τον άλλον συγκεντρώθησαν εις το φαρμακείον όλοι οι ιατροί της Τραπεζούντας, με τα υψηλά καπέλα των: ο Μεταξάς, ο Εφραιμίδης κ.ά.
Όλοι εκείνοι οι ιατροί προσεκτικά εξήτασαν τον ασθενή και στο τέλος μ’ εκάλεσε ο Σπάθαρος και με πολλήν σοβαρότητα μου είπε να μεταδώσω στην μητέρα του ασθενούς ότι όλοι οι ιατροί συμφωνούν πως ο υιός της δεν θα ζήσει πολύ, και θα κάμη καλά να επιστρέψη αμέσως στο χωριό της.
Τα λόγια του ιατρού τα κατάλαβε η γρηούλα και με ύφος οργίλον του απάντησε: «Εγώ εξέρω και άλλον γιατρόν, πρώτα θα πάω σε εκείνον και ύστερα θα γυρίζω ’ς σο χωρίον!» Εννοούσε την Παναγία του Σουμελά.
Την επαύριον, ενωρίς, ξεκινήσαμεν με άλογα για το μοναστήρι, όπου και εφθάσα-μεν ενωρίς την επομένην.
Εκεί αι τρεις λειτουργίαι, αι προσευχαί, αι νηστείαι, τα δάκρυα της στοργικής μάνας, έκαμαν το θαύμα. Την τετάρτην ημέραν απ’ το πρωί, ο ασθενής ήρχισε να ερωτά την μητέρα του «πού ευρισκόμεθα, πού είναι η Ανθή (η σύζυγός του), που είναι τα δύο αγόρια του». Φαντάζεσθε τώρα την χαρά της μάνας, τα θερμά δάκρυα της ευγνωμοσύνης προς την Θεομήτορα. Από συγκίνησιν έκλαιαν και οι δύο συνοδοί καλόγηροι. Ειδοποιήθη αμέσως ο ηγούμενος διά το θαύμα, εκτύπησαν οι καμπάνες, έγινε γενική συνάθροισις όλων των μοναχών και των προσκυνητών και αντελάλησαν οι ύμνοι και αι ψαλμωδίαι του Μεγάλου Παρακλητικού κανόνος.
Μετά το τέλος της παρακλήσεως, ο ασθενής εζήτησεν τροφήν, έφαγε μόνος του και κατόπιν έπεσε σε ληθαργικόν ύπνον, ο οποίος διήρκεσε 14 ώρας. Εμείναμεν ακόμη τρεις ημέρας, με αυξάνουσαν βελτίωσιν της καταστάσεως του ασθενούς μας και την ο-γδόην ανεχωρήσαμεν.
Τη παρακλήσει της γρηάς οι αγωγιάται, οι οποίοι έμαθαν το θαύμα, μας πήγαν κατ’ ευθείαν στο φαρμακείον του Σπαθάρου, όπου ο καταδικασμένος ασθενής ξεπέζευσε και εχαιρέτησε τον ιατρόν! Όταν τον είδε ο Σπαθάρος με απορίαν και θαυμασμόν τον ερώτησε «εσύ ζης ακόμη, δεν πέθανες;».
Απήντησεν αμέσως η μητέρα. «Η Παναγία ελάρωσεν ατόν, η Παναγία, να λελεύ’ ατέν, τινα εσείν ’κι πιστεύετε». Έκαμεν τον σταυρόν του ο Ιατρός και είπε: «Πρέπει να πιστεύωμεν».
Αυτά τα ενθυμούμαι σα να ήτανε χθες!
Άραγε πόσα θαύματα δεν θα εβλέπαμε κι εδώ, όλα αυτά τα χρόνια, αν οι πάσχοντες μπορούσαν να πάνε να προσκυνήσουν την Παναγία μας, όπως άλλοτε…
Ν. Θειόπουλου
Περιοδικό «Ποντιακή Εστία», Έτος 1951
Πηγή: Μνήμες και μνημεία του Πόντου. Στέφανος Π. Τανιμανίδης. ΣΟΥΜΕΛΑ «Η ΠΡΟΣΦΥΞ ΠΟΝΤΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ». Τόμος β΄. Σελ. 443-444