Translate

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕ ΤΑ ΤΙΜΙΑ ΛΕΙΨΑΝΑ;

     
Το ανθρώπινο σώμα εξυψώνεται μέσα στην Εκκλησία και έχει αιώνιο προορισμό. Ο Χριστός θα «μετασχηματίσει», δηλαδή θα μεταμορφώσει το ταπεινό μας σώμα, ώστε να γίνει «σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού», να λάβει την ίδια μορφή προς το ένδοξο σώμα του Κυρίου και αυτό θα γίνει κατα τη δευτέρα παρουσία, «με την ενέργειαν, με την οποία δύναται και να υποτάξει τα πάντα εις τον εαυτόν Του» (Φιλιπ. γ’ 21).

Η δόξα των αγίων λειψάνων αποτελεί προεικόνιση αυτής της νέας, της δοξασμένης κατάστασης του σώματος. Η τιμή που αποδίδεται σ’ αυτά στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί ακόμη μαρτυρία της πίστης μας στην καθολική δόξα του ανθρώπου (Α’ Θεσ. ε’ 23-24).

Η αγιαστική χάρη εκφράζεται στα ιερά λείψανα με ευωδία, για την οποία κάνει λόγο η Αγία Γραφή (Β’ Κορ. β’ 15. Πρβλ. Ήσ. ξστ’ 14) και επιτελεί θαύματα (Δ/Β’ Βασιλ. ιγ’ 20-21). Η ίδια χάρη μεταδίδεται στα αντικείμενα, τα όποία έρχονται σε επαφή με το σώμα των αγίων, με αποτέλεσμα τη θαυματουργία (Δ/Β’ Βασιλ. β’ 8-14. Ματθ. θ’ 20-22. Μάρκ. στ’ 13. Πράξ. ιθ’ 12).

Με βάση την καταγωγή μας από τον Αδάμ βρισκόμαστε σε διάσταση με τη δημιουργία του Θεού (Γέν. γ’ 17-19), όμως ο άνθρωπος της χάριτος του Θεού ακτινοβολεί ειρήνη και μεταδίδει ευλογία, ακόμη και με τη σκιά του (Πράξ. ε’ 15-16).

Ο ίδιος ο Θεός λοιπόν τιμά τα λείψανα των άγιων ανθρώπων και τα εμποτίζει με την άκτιστη θεία Του χάρη. Γι’ αυτό και η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδει τιμή σ’ αυτά και τα θέτει κάτω από το ιερό θυσιαστήριο (Έβρ. ιγ’ 10), μιμούμενη στο θέμα αυτό το ουράνιο, το αχειροποίητο θυσιαστήριο (Αποκ. στ’ 9)• γιατί τα δικά μας θυσιαστήρια, είναι «αντίτυπα των αληθινών», δηλαδή εκείνου του ουράνιου θυσιαστηρίου (Έβρ. θ’ 24).

Η πρώτη Εκκλησία τιμούσε τα ιερά λείψανα. Το Μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου († 156) μάς πληροφορεί πως θεωρούνταν «τιμιώτερα λίθων πολυτελών και δοκιμώτερα υπέρ χρυσίον» (Μαρτ. Πολυκ. 18).

Οι πιστοί συναθροίζονταν στους Τάφους των μαρτύρων, για να τελέσουν τη θεία ευχαριστία και να γιορτάσουν τη μνήμη των αγίων. Αυτό μεταδόθηκε στη μετέπειτα εποχή, δεν υπάρχει μαρτυρία που να μας πληροφορεί πως η τιμή των αγίων λειψάνων δεν ήταν καθολικά αποδεκτή.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390) υπογραμμίζει τα πολλά θαύματα που γίνονταν με τα τίμια λείψανα του αγίου Κυπριανού, «όταν υπάρχη η πίστις», λέγει και προσθέτει πως αυτό το γνωρίζουν «όσοι έλαβαν πείραν και έχουν μεταδώσει το θαύμα και εις ημάς και θα το παραδώσουν και εις το μέλλον» (Λόγος κδ’ 18, εις τον άγιον Κυπρ.).

Στον πρώτο στηλιτευτικό του λόγο κατά του Ιουλιανού ο Γρηγόριος αναφέρει για τους αγίους: «αυτών είναι αι μεγάλοι τιμαί και πανηγύρεις. Από αυτούς οι δαίμονες φυγαδεύονται και αι νόσοι θεραπεύονται… αυτών τα σώματα μόνα έχουν την ιδίαν δύναμιν με τας αγίας ψυχάς των, είτε εφαπτόμενα είτε τιμώμενα. Αυτών και αι ρανίδες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους των ενεργούν όσα και τα σώματα» (Γρηγ. Θεολ., Λόγος δ’ 69).

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι ακόμη και ο αυτοκράτορας, «ο την αλουργίδα περικείμενος» σπεύδει να προσκυνήσει τους τάφους των αγίων και «έστηκε δεόμενος των άγιων», δηλαδή προσεύχεται στους αγίους «ώστε αυτού προστήναι παρά τω Θεώ», για να σταθούν υπέρ αυτού ενώπιον του Θεού (Χρυσ, Ύπόμν. εις Β’ Κορ., Λόγ. κστ’ 5).

Ο ίδιος άγιος, εκφράζοντας την πίστη της Εκκλησίας προτρέπει: «επιχωρίαζε σηκοίς μαρτύρων, όπου σώματος υγεία και ψυχής ωφέλεια», δηλαδή να επισκέπτεσαι τους ναούς των μαρτύρων, όπου θα βρεις την υγεία του σώματος και την ωφέλεια της ψυχής (Χρυσ, Ύπόμν. Εις Ματθ., Λόγ. λζ’ 7). Σε άλλη ομιλία προτρέπει τους χριστιανούς να πηγαίνουν«εις ευκτήριους οίκους, και προς Τας των άγιων μαρτύρων θήκας», δηλαδή στους οίκους της προσευχής και στις λειψανοθήκες των αγίων, «ώστε αφού λάβωμε την ευλογία των, να καταστήσωμε τους εαυτούς μας ακαταβλητους εις τας παγίδας του διαβόλου» (Εις Γεν., Όμιλ. ιε’ 6). «τα οστά των αγίων υποτάσσουν δαίμονας και βασανίζουν, και ελευθερώνουν όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά» (Χρυσ. Ύπόμν. Εις Β’ Κορ. Λόγ. κστ’ 5).

Σύμφωνα με την πίστη της πρώτης Εκκλησίας η θεία χάρη μεταδίδεται σε καθετί που βρίσκεται σε επαφή με τους αγίους. «Ακόμη και τα ενδύματα των αγίων είναι σεβαστά σε όλη την κτίση», αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μνημονεύει τη μηλωτή του Ηλία (Δ/Β’ Βασιλ. β’ 8-14), τα υποδήματα των τριών παίδων, που κατανίκησαν τη φωτιά (Δαν. γ’ 27-28), τη ράβδο του Μωϋσή που έκανε τόσα θαύματα, τα ενδύματα του Παύλου (Πράξ. ιθ’ 11-12), τη σκιά του Πέτρου (Πράξ. ε 12-J6) κ.ά (Χρυσ., Πρός τους ανδριάντας όμιλ. η’ 2). Ο άγιος Βασίλειος μας πληροφορεί πως το τίμιο λείψανο της αγίας Ιουλίττας αγιάζει την πόλη και όσους προσέρχονται στον ναό, «η δε γη, η όποια με την εκδημία της μακάριας εδέχθη τας ευλογίας, ανέβλυσεν από τα σπλάγχνα της άγιασμα» που είναι «εις τους υγιείς φυλακτήριον και χορηγία τέρψεως» και στους άρρωστους «παρηγοριά» (Μ. Βασ., όμιλ. 2 είς την μάρτ. Ίουλ. 2).

Στην Όρθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα Αγία λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η όποια, όπως αναφέραμε και στην περίπτωση των αγίων (σ. 48-50), δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση ή λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».

π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ, Γ’ ΕΚΔΟΣΗ ΕΠΑΥΞΗΜΕΝΗ, ΑΘΗΝΑ 1994

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

"ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΚΟΙ"

Του Σεβ. Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ
Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου.

Πολύ σωστά η Εκκλησία μας τοποθέτησε την Σύναξη αυτή ανάμεσα στις δύο μεγάλες δεσποτικές εορτές, της Θείας Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της στα πρόσωπα των Αγίων Πατέρων, που έγιναν «ακριβείς φύλακες των αποστολικών παραδόσεων, δογμάτισαν ορθοδόξως και κατέβαλαν συνοδικώς με τη σφενδόνη του Πνεύματος Αρείου το βλάσφημον», αλλά και όλων των αιρετικών τα φληναφήματα.


Χαρακτηρίζονται, τα σεπτά αυτά πρόσωπα, από τους ιερούς υμνογράφους της Εκκλησίας ως:
«μυστικές του Πνεύματος σάλπιγγες»,
«Ορθοδόξων πρόμαχοι»
«ευκλεείς νυμφοστόλοι της Εκκλησίας»
«φωστήρες της αληθείας»
«θεία παρεμβολή»
«θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου»
«αστέρες πολύφωτοι του νοητού στερεώματος»
«μυρύπνοα άνθη του Παραδείσου»
«πάγχρυσα στόματα του Λόγου»(1).

Α. Τι είναι οι Πατέρες

Ο ομολογητής της πίστεώς μας, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, θα γράψει χαρακτηριστικά μέσα στις θεόπνευστες επιστολές του: «Στύλαι Ορθοδοξίας, καύχημα Χριστού, κλέος Ορθοδοξίας»(2).

Είναι, κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, οι ασφαλείς Θεολόγοι της Εκκλησίας, που έφθασαν στη θεωρία του Ακτίστου Φωτός, ενώθηκαν με αυτό και απέκτησαν το «θεολογείν ασφαλώς».

Είναι οι Προφήτες της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, αλλοιώθηκαν απ’ Αυτό και έτσι έγιναν θεόπνευστοι και συγχρόνως απλανείς διδάσκαλοι της Εκκλησίας(3).

Ήταν θεόπνευστοι, σημειώνει ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης, όχι μόνο κατά τη διάρκεια κάποια Συνόδου, αλλά και πριν και μετά από αυτή. Η Σύνοδος δεν φτιάχνει Πατέρες, αλλά αποτελείται από Πατέρες και γι’ αυτό και είναι θεόπνευστος.

Είναι οι θεούμενοι, οι οποίοι απέκτησαν γνώση Θεού και θέα Θεού(4). Δεν είναι απλώς οι καλοί δάσκαλοι ή οι ενάρετοι, αλλά τα πρόσωπα εκείνα, που χρησιμοποιώντας τη θεραπευτική μέθοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας έφθασαν στο φωτισμό και στη θέωση. Παραδείγματος χάριν, ο Άγιος Σπυρίδων εκφράζει τη δική του αγιοπνευματική εμπειρία στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο με το περιστατικό με το κεραμίδι.

Έτσι, ενεργούμενοι με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, απέκτησαν το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων: πότε μία ενέργεια είναι κτιστή και πότε είναι άκτιστη και άρα γνώριζαν ποιό είναι το θεόπνευστο και ποιά είναι η πλάνη.

Στόχος τους: Η σωτηρία του ποιμνίου τους. Δεν έγραφαν για να γράφουν, ούτε δίδασκαν απλώς για να διδάξουν, αλλά να θεραπεύσουν και να οδηγήσουν τον τραυματισμένο άνθρωπο στη Βασιλεία των Ουρανών.

Έτσι, δεν μετέδιδαν μία διανοητική πίστη, που εξαντλείται σε ευσεβείς στοχασμούς και σε θρησκευτικές ωραιολογίες, αλλά οδηγούσαν το λαό του Θεού στη θεραπεία, στην κάθαρση και στο φωτισμό.

Βοηθούσαν τον άνθρωπο να προχωρήσει από την πράξη, δηλαδή την τήρηση των εντολών του Θεού, στη θεωρία, που είναι η θέα του Θεού.
Σκοπός τους: Όχι να δημιουργήσουν καλούς και εύχρηστους πολίτες, αλλά πνευματοφόρους ανθρώπους, που δεν έχουν στόχο απλώς την ηθικότητα, αλλά το πως θα καταλήξουν στη θέωση(5).

Γι’ αυτό, θα σημειώσει και πάλι ο μεγάλος δογματολόγος της Εκκλησίας μας, ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Η μεγάλη γιορτή της Εκκλησίας είναι το αγιολόγιον, το εορτολόγιον, όταν εορτάζουμε την μνήμη των Αγίων, διότι κάθε Άγιος της Εκκλησίας συνιστά τον θρίαμβο της πίστεως από τις δυνάμεις του διαβόλου, ....»(6).

Β. Οι Λύκοι

Εκτός από τους Αγίους Πατέρες έχουμε και τους «λύκους». Ο ιστορικός της Καινής Διαθήκης, ο Ευαγγελιστής Λουκάς, στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων στο 20ο κεφάλαιο μας διασώζει την μαρτυρία του Αποστόλου Παύλου ότι πάνω στο ποίμνιο θα πέσουν «λύκοι βαρείς μη φειδόμενοι του ποιμνίου»(7).

Φανερώνει, έτσι, ο Απόστολος τη δική του αγωνία για κείνους τους ψευδοδιδασκάλους, οι οποίοι αντιποιούντι τη θέση του γνησίου ποιμένος της Εκκλησίας, όπως ήταν οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι οποίοι, πλάνοι και δόλιοι, εμφανίζονται με ένδυμα προβάτου και δρούν επικίνδυνα. Σημειώνει πολύ σοφά ο π. Γεώργιος Μεταλληνός:

Οι άνθρωποι αυτοί «οικειοποιούνται το ποίμνιο και το εκμεταλλεύονται, πνευματικά και υλικά, σαν να ήταν φέουδό τους.
Δεν εργάζονται, δεν αγωνιούν για την ενότητα του Σώματος του Χριστού, αλλά μεταβάλλουν τους πιστούς σε οπαδούς τους, και σχηματίζουν ιδιαίτερες ομάδες, όχι πιά με πιστούς στον Χριστό, αλλά με οπαδούς δικούς τους. ... Καί όταν, ακόμη και ασυνείδητα, φθάνουν στην κατάσταση του «λύκου», οπαδοποιώντας για ευσεβιστικούς λόγους τους πιστούς, στερούνται της πνευματικής θεραπείας των θεουμένων Ποιμένων.
Δεν έχουν οι ίδιοι περάσει από την πνευματική θεραπεία της Εκκλησίας, και παρ’ όλα αυτά αναλαμβάνουν το έργο της θεραπείας των άλλων. Οι Άγιοι Πατέρες έχουν κοινές εσωτερικές εμπειρίες, γιατί έχουν όλοι τον ίδιο φωτισμό.

Γι’ αυτό μένουν ενωμένοι με τον Χριστό και κρατούν και το ποίμνιο του Χριστού ενωμένο. Οι διάφοροι όμως «λύκοι», αντί για Άγιο Πνεύμα και φωτισμό, έχουν μέσα τους την πονηρία και τα πάθη τους. ... Έτσι δεν βλέπουν την αποστολή τους ως συνεχή προσφορά και θυσία υπέρ του ποιμνίου, αλλά ως στάδιο κοσμικής καριέρας και κέρδους. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να έχουν τη θέληση να εργασθούν για το ποίμνιο. Δεν μπορούν όμως να του προσφέρουν κάτι, γιατί μέσα τους δεν έχουν αυτό που πρέπει να προσφέρουν, Πνεύμα δηλαδή Άγιο και Αλήθεια. Είναι ίσως ηθικοί (εξωτερικά) και γι’ αυτό ασφαλώς και ηθικολόγοι, που μαστιγώνουν ανελέητα τη διαφθορά των άλλων.

Δεν είναι όμως (εσωτερικά) κεκαθαρμένοι και φωτισμένοι, και γι’ αυτό δεν μπορούν να γίνουν ποτέ γιατροί, αλλά μένουν αδέξιοι «κομπογιαννίτες», που ηθικολογούν, αλλά δεν οδηγούν στη θεραπεία το ποίμνιό τους, κρατώντας το στο επίπεδο της ειδωλολατρείας και της αθείας. Ειδωλολατρείας, γιατί το μαθαίνουν να θαυμάζει και να πιστεύει στον «ενάρετο» και «καθαρό» εαυτό του και αθείας, γιατί, μη προχωρώντας διά της εσωτερικής καθάρσεως στον αγιοπνευματικό φωτισμό, δεν γνωρίζει ποτέ τον Αληθινό Χριστό και μένει στο σκοτάδι της τυπολατρείας»(8).

Σ’ αυτή την κρίσιμη εποχή την οποία ζούμε, με τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουμε καθημερινά, έχουμε ανάγκη από τις μορφές των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.

Χρειαζόμαστε πρότυπα.
Χρειαζόμαστε τον λόγο τους, τη διδασκαλία τους.
Έχουμε ανάγκη από το γνήσιο παράδειγμά τους και την αγιοπνευματική τους εμπειρία. Είναι οι έμπειροι θεραπευτές, οι οποίοι μπορούν: να μας θεραπεύσουν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που πλούσια διαθέτουν, να μας διδάξουν πως μπορούμε να αποκτήσουμε κι εμείς αυτό τον πολύτιμο θησαυρό, αφού είναι η συνέχεια της Πεντηκοστής μέσα στην ιστορία, να μας μεταδώσουν τη ζωογόνο και ζωηφόρο Παράδοσή μας, τον τρόπο ζωής, δηλαδή, της Αγίας μας Εκκλησίας, αφού είναι γνήσιοι φορείς και θεοειδείς εκφραστές αυτής της πορείας,
να μας διασώσουν από τους «βαρείς λύκους» της αποστολικής φράσεως, που βρίσκονται, άλλοι μεν εκτός Εκκλησίας και την πολεμούν αδυσώπητα, άλλοι δε, και αυτό είναι το χειρότερο, εντός των κόλπων της Εκκλησίας και οι οποίοι με την ετεροδιδασκαλία τους και την άτακτη ζωή τους που δεν συμβαδίζει με την ζωή του Χριστού, σχίζουν, κομματιάζουν τον άρραφο χιτώνα του Χριστού.


Γι’ αυτούς τους τελευταίους δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας, αφού ούτε αίμα μαρτυρίου, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, δεν μπορεί να απολύνει το ατόπημα αυτό, δηλαδή το σχίσμα.

Άγιοι Πατέρες,
ικετεύσατε προς τον Σωτήρα Χριστό για την ποίμνη Του,
φυλάξτε την Αγία Εκκλησία του Χριστού
από τους βαρείς λύκους, που έχουν πέσει σ’ αυτή,
και πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών.

____
(1) Ακολουθία Αγίων Πατέρων.
(2) Αρχιμ. Δοσιθέου, Ορθόδοξος Πίστις και Ζωή, εκδ. Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας, σελ. 60.
(3) Αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου (νυν Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου), Η Αποκάλυψη του Θεού, εκδ. Ιεράς Μονής Γενεθλίου Θεοτόκου (Πελαγίας) 1987, σελ. 61.
(4) Αυτόθι, σελ. 64.
(5) Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού, Ομιλία εις την Κυριακή των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.
(6) Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη, τομ. Β΄, εκδ. Ιεράς Μονής Γενεθλίου Θεοτόκου (Πελαγίας) 2011, σελ. 278.
(7) Πραξ. 20,29.
(8) Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού, ο.π.
- See more at: http://www.imkastorias.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=660:oi-agioi-pateres-kai-oi-lykoi&Itemid=65#sthash.EOJ55hzB.dpuf